Η επιστημονική έρευνα στην Ελλάδα διέρχεται σε μια φάση ενεργούς ανασύνθεσης. Πέρα από τους δείκτες της ευρωπαϊκής κατάταξης, about science insights, ξεδιπλώνεται ένα τοπίο όπου ιστορικά πανεπιστημιακά ιδρύματα, σύγχρονα ερευνητικά κέντρα και μια αναδυόμενη σκηνή νεοφυών επιχειρήσεων αγωνίζονται να συντονιστούν με τις διεθνείς προκλήσεις. Ακολουθώ στενά αυτόν τον χώρο και σε αυτό το άρθρο θα προσπαθήσω μια πραγματική χαρτογράφηση. Δεν θα σταθώ σε γενικότητες. Θα εξετάσω συγκεκριμένα δεδομένα, κριτικές χρηματοδοτικών εργαλείων, τεχνολογικές τάσεις που κερδίζουν βάση στη χώρα και πρακτικές συμβουλές για όποιον δραστηριοποιείται μέσα στον ελληνικό ερευνητικό ιστό. Στόχος μου είναι να προσφέρω μια εικόνα που ενώνει την ανάλυση με τη πραγματική εμπειρία της καθημερινής πραγματικότητας στα εργαστήρια και στους φορείς καινοτομίας.
Οδηγίες για νεαρούς επιστήμονες και νεωτεριστές
Αν ξεκινάτε τώρα την διαδρομή στην ελληνική έρευνα, η πιο κρίσιμη ερώτηση που οφείλετε να θέσετε στον εαυτό σας είναι αν έχετε καταρτίσει ένα ανθεκτικό επαγγελματικό σχέδιο που να υπομένει την αβεβαιότητα. Δεν φτάνει πια μόνο ένα διδακτορικό. Παρατηρώ ότι οι επιτυχόντες ερευνητές συνδυάζουν τη δημοσιευτική συνέπεια με δεξιότητες διαχείρισης έργων, επάρκεια συγγραφής προτάσεων και ένα παγκόσμιο δίκτυο επαφών που χτίζεται συνειδητά από νωρίς. Πολλές φορές συμβουλεύω τους νεότερους να αφιερώνουν τουλάχιστον το είκοσι τοις εκατό του χρόνου τους στην άτυπη δικτύωση, είτε μέσα από ευρωπαϊκές δράσεις COST, είτε μετέχοντας σε θερινά σχολεία και συνέδρια με δραστήριο ρόλο.
Ένα άλλο σημαντικό σημείο είναι η σχέση με την επιχειρηματικότητα. Δεν προτείνω κάθε ερευνητής να γίνει επιχειρηματίας, αλλά η κατανόηση του πώς μια ανακάλυψη μπορεί να μετατραπεί σε προϊόν ενισχύει σημαντικά την απασχολησιμότητα. Οι θερμοκοιτίδες του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών και του ΕΚΕΦΕ Δημόκριτος παρέχουν προγράμματα καθοδήγησης που καλύπτουν από την κατοχύρωση ευρεσιτεχνίας έως την παρουσίαση σε επενδυτές. Ακόμη, η επιλογή ενός μέντορα από τον χώρο της βιομηχανίας μπορεί να προσφέρει προοπτική που απουσιάζει από την ακαδημαϊκή εποπτεία. Η προσωπική μου γνώση είναι ότι η αξία ενός ερευνητή μετριέται όλο και περισσότερο από την ικανότητά του να λύνει πραγματικά προβλήματα και όχι απλώς να εκδίδει γι’ αυτά.
Ρεύματα που μετασχηματίζουν τον κλάδο
Η πιο ισχυρή τάση που καταγράφω τον τελευταίο καιρό είναι η βαθμιαία αλλά επίμονη στροφή προς την εφαρμοστική έρευνα με απευθείας κοινωνικό αντίκτυπο. Δεν αναφέρομαι πια μόνο για τη θεωρητικού αριστεία, αλλά για κατευθυνόμενες προσπάθειες στην πράσινη ενέργεια, την ψηφιακή υγεία και την τεχνητή νοημοσύνη. Ερευνητικές ομάδες του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου, του ΑΠΘ και του Πανεπιστημίου Πατρών εξελίσσουν λύσεις για τη διαχείριση υδάτινων πόρων και την παρακολούθηση σεισμικών φαινομένων με αλγορίθμους μηχανικής μάθησης. Αυτή η στροφή δεν είναι μόνο ακαδημαϊκή επιλογή· αντικατοπτρίζει και τις κατευθύνσεις χρηματοδότησης όπου οι προκηρύξεις απαιτούν πλέον ρητά μετρήσιμο αποτέλεσμα για την κοινωνία και την οικονομία.
Η αύξηση της τεχνητής νοημοσύνης και της επιστήμης δεδομένων
Η τεχνητή νοημοσύνη αποκτάει συγκεκριμένο αποτύπωμα στην ελληνική έρευνα, και δεν αναφέρομαι μόνο στην πληροφορική. Διακρίνω επιδημιολογικά μοντέλα να ενσωματώνουν προγνωστικούς αλγορίθμους για την εξάπλωση λοιμωδών νοσημάτων, εργαλεία ανάλυσης αρχαιολογικών ευρημάτων που εκμεταλλεύονται υπολογιστική όραση και συστήματα ψηφιακής διακυβέρνησης με επεξεργασία φυσικής γλώσσας για τη νομοθεσία. Το Ινστιτούτο Επεξεργασίας του Λόγου, το ΙΤΕ και το ΕΚΕΦΕ “Δημόκριτος” συμμετέχουνε σε ευρωπαϊκά δίκτυα αιχμής, ενώ η δημιουργία του Εθνικού Συντονιστικού Κέντρου Τεχνητής Νοημοσύνης δίνει θεσμική υπόσταση. Για έναν νέο ερευνητή, η συμβουλή μου είναι να μην αγνοήσει τις δεξιότητες στην επιστήμη δεδομένων, ακόμα κι αν το γνωστικό του αντικείμενο φαίνεται μακρινό· η διεπιστημονικότητα είναι το διαβατήριο για σχεδόν κάθε σύγχρονη πρόταση.
Οικολογική μετάβαση και βιωσιμότητα
Παρατηρώ τις εξελίξεις στους τομείς της ενέργειας και της κυκλικής οικονομίας με ιδιαίτερο ενδιαφέρον, γιατί η Ελλάδα διαθέτει συγκριτικά πλεονεκτήματα που μπορούν να γίνουν ερευνητική υπεραξία. Οι μελέτες για τα υπεράκτια αιολικά πάρκα στο Αιγαίο, η ανάπτυξη καινοτόμων φωτοβολταϊκών υλικών στο Ινστιτούτο Νανοεπιστήμης και Νανοτεχνολογίας, καθώς και τα προγράμματα βιοοικονομίας που λειτουργούν στα Γεωπονικά Πανεπιστήμια, δείχνουν ότι η χώρα μπορεί να εξάγει τεχνογνωσία. Αυτό που θεωρώ ενθαρρυντικό είναι η σύνδεση με μεγάλες ενεργειακές εταιρείες που αναζητούν ερευνητικούς συνεργάτες αντί για απλούς προμηθευτές. Το μήνυμα είναι σαφές: όποιος χτίσει ερευνητικό προφίλ γύρω από την απανθρακοποίηση και την προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή θα βρει χρηματοδότηση και διεθνείς συμμαχίες.
Η παρούσα κατάσταση της ελληνικής έρευνας
Όταν συνομιλώ με συναδέλφους από άλλες ευρωπαϊκές χώρες, η ελληνική ερευνητική παραγωγή συχνά τους ξαφνιάζει. Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία του Εθνικού Κέντρου Τεκμηρίωσης, η χώρα δημοσιεύει περίπου 14.000 επιστημονικές εργασίες ετησίως σε περιοδικά με κριτές, με τις βιβλιογραφικές αναφορές να υπερβαίνουν τον ευρωπαϊκό μέσο όρο σε επιλεγμένα πεδία. Αυτή η επίδοση δεν είναι συμπτωματική. Τα πανεπιστήμια της Αθήνας, της Θεσσαλονίκης και της Κρήτης, μαζί με ιδρύματα όπως το Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών και το Ίδρυμα Τεχνολογίας και Έρευνας, τροφοδοτούν το σύστημα με σταθερή ροή αποτελεσμάτων. Η παρατήρησή μου είναι ότι η ποιότητα έχει βελτιωθεί αισθητά την τελευταία δεκαετία, ακόμα κι αν οι χρόνιοι περιορισμοί στις υποδομές μένουν εμπόδιο.
Ωστόσο, η πραγματική εικόνα δεν είναι απλή. Η υψηλή παραγωγή συνυπάρχει με ένα κατακερματισμένο οικοσύστημα, όπου η διασύνδεση ανάμεσα σε πανεπιστήμια, ερευνητικά κέντρα και παραγωγικό ιστό εξακολουθεί να υπολείπεται του ευρωπαϊκού βορρά. Η χρηματοδότηση παραμένει το κυριότερο αγκάθι. Το ποσοστό του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος που διοχετεύεται στην Έρευνα και Ανάπτυξη έχει ανέβει, κλείνοντας προς το 1,5%, αλλά εξακολουθεί κάτω από τον στόχο του 3% που ορίζει η Ευρωπαϊκή Ένωση. Αυτό που με απασχολεί ιδιαίτερα είναι η μεγάλη εξάρτηση από τα διαρθρωτικά ταμεία και τα ανταγωνιστικά ευρωπαϊκά προγράμματα, που προκαλεί κύκλους χρηματοδότησης με απότομες εναλλαγές. Παρόλα αυτά, η ανθεκτικότητα της επιστημονικής κοινότητας είναι εντυπωσιακή.
Αποτίμηση ερευνητικού έργου και αποτελέσματος
Το πώς αξιολογούμε την επιτυχία στην επιστήμη είναι ένα θέμα που εμφανίζεται συνεχώς στις ανταλλαγές απόψεων με συναδέλφους. Στην Ελλάδα, το σύστημα αξιολόγησης στηρίζεται ακόμη σε μεγάλο βαθμό σε βιβλιομετρικούς δείκτες και στη δημοσίευση σε περιοδικά υψηλού συντελεστή απήχησης. Παρότι αυτό παρέχει μια σχετικά αντικειμενική βάση σύγκρισης, διαπιστώνω ότι συχνά αγνοείται ο κοινωνικός και εκπαιδευτικός αντίκτυπος. Η Εθνική Αρχή Ανώτατης Εκπαίδευσης υιοθετεί κριτήρια που συνδυάζουν την ποιότητα με την ποσότητα, αλλά η πίεση για δημοσιεύσεις μπορεί να φέρει σε στρεβλές συμπεριφορές, όπως ο κατακερματισμός των ευρημάτων σε πολλαπλά άρθρα ελάχιστης πρωτοτυπίας. Η κριτική μου στοχεύει στην ανάγκη για μια πιο ολιστική προσέγγιση που θα αποδέχεται την αριστεία στη διδασκαλία, την ανοιχτή επιστήμη και τη συμβολή στη χάραξη πολιτικής.
Παράλληλα, μια νέα τάση που ακολουθώ είναι η σταδιακή υιοθέτηση των αρχών της υπεύθυνης έρευνας και καινοτομίας, όπου η αξιολόγηση δεν τελειώνει στη δημοσίευση αλλά συνεχίζεται στη συμμετοχή των πολιτών και στη δεοντολογία. Στην πράξη, λίγα ελληνικά πανεπιστήμια έχουν προσαρμόσει επίσημα τέτοιους δείκτες, αλλά οι συζητήσεις έχουν αρχίσει, κυρίως μέσα από ευρωπαϊκά έργα συνεργασίας. Η συμβουλή μου προς νεότερους ερευνητές είναι να τεκμηριώνουν συστηματικά όχι μόνο τις δημοσιεύσεις τους, αλλά και τις παρουσιάσεις σε φορείς, τη συμμετοχή κοινού σε πειράματα και κάθε στοιχείο που επιβεβαιώνει ότι η δουλειά τους περνά τα όρια του εργαστηρίου. Αυτό γίνεται όπλο σε αξιολογήσεις που πάνε πέρα από τον h-index.
Μια ερευνητική προσέγγιση στα εργαλεία χρηματοδότησης
Δεν είναι παράλογο να πω ότι η βιωσιμότητα μιας ερευνητικής ομάδας στην Ελλάδα στηρίζεται σε δυσανάλογα μεγάλο βαθμό από την επιτυχία σε ανταγωνιστικές προκηρύξεις. Ο προϋπολογισμός της Γενικής Γραμματείας Έρευνας και Καινοτομίας αυξάνεται σταδιακά, αλλά η εγχώρια βάση μένει στενή. Γι’ αυτό, το ελληνικό οικοσύστημα έχει αναπτύξει αξιοσημείωτη ειδίκευση στη διεκδίκηση ευρωπαϊκών πόρων. Το Πρόγραμμα “Ορίζων Ευρώπη” είναι ο βασικός στυλοβάτης, με την Ελλάδα να σημειώνει υψηλά ποσοστά επιτυχίας σε σχέση με το μέγεθος της, ιδιαίτερα στους πυλώνες της αριστείας και των υποδομών. Ωστόσο, η εμπειρία μού δείχνει ότι η εξάρτηση από ένα μόνο κανάλι είναι επικίνδυνη.
Εθνικά και ευρωπαϊκά σχήματα
Το Ελληνικό Ίδρυμα Έρευνας και Καινοτομίας (ΕΛΙΔΕΚ) εκτιμάται από την κοινότητα ως ο μοχλός που έλειπε. Οι δράσεις του για μεταδιδακτορικούς ερευνητές, η στήριξη βασικής έρευνας και οι συνεργασίες με τη βιομηχανία παρέχουν μια πιο ευέλικτη εναλλακτική στους γραφειοκρατικούς μηχανισμούς των μεγάλων ταμείων. Σε πρακτικό επίπεδο, διαπιστώνω ότι οι προκηρύξεις του ΕΛΙΔΕΚ ζητούν λιγότερη διοικητική προεργασία και προσδίδουν έμφαση στην επιστημονική ποιότητα. Από την άλλη, το ΕΣΠΑ μένει ο κύριος παράγοντας για υποδομές και μεγάλης κλίμακας ερευνητικά έργα, με την περιφερειακή διάσταση να κερδίζει όλο και μεγαλύτερη βαρύτητα. Η συμβουλή μου είναι να μην αγνοεί κανείς τις περιφερειακές προσκλήσεις, που συχνά έχουν χαμηλότερο ανταγωνισμό και άμεση τοπική εφαρμογή.
Ιδιωτική χρηματοδότηση και επιχειρηματικοί άγγελοι
Μια εξέλιξη που αξίζει ιδιαίτερης κριτικής ανάλυσης είναι η αύξηση των ιδιωτικών κεφαλαίων για την έρευνα, μέσα από εταιρικά ερευνητικά κέντρα και νέα επενδυτικά σχήματα. Εταιρείες τεχνολογίας και φαρμάκων έχουν αρχίσει να δημιουργούν δικές τους μονάδες στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη, ελκύοντας επιστήμονες που επιδιώκουν σταθερότερες συνθήκες από την ακαδημαϊκή αγορά εργασίας. Επιπλέον, ταμεία επιχειρηματικού κεφαλαίου όπως το Metavallon και το Velocity.Partners επενδύουν πλέον και spin-offs που προέρχονται από πανεπιστημιακή έρευνα, υιοθετώντας πρότυπα του Ισραήλ. Το κρίσιμο σημείο εδώ είναι η κρίση της ερευνητικής ωριμότητας: ένα ακαδημαϊκό εύρημα δεν είναι απαραίτητα έτοιμο για εμπορική αξιοποίηση, και η απόσταση ανάμεσα στην απόδειξη της ιδέας και στο προϊόν παραμένει το μεγάλο ζητούμενο. Χρειάζεται ειλικρινής αυτοκριτική από τις ομάδες.
Ερευνητικές εγκαταστάσεις και συνεργατικοί σχηματισμοί
Καμία ερευνητική παραγωγή δεν παράγεται στο κενό. Στην Ελλάδα, οι υποδομές κυμαίνονται από εξελιγμένο εξοπλισμό έως εγκαταλελειμμένα κτίρια, μια αντίθεση που βιώνω συχνά στις μεταβάσεις μου σε διάφορα ιδρύματα. Ωστόσο, ορισμένες μονάδες διακρίνονται. Το Δίκτυο Πραξιτέλης για τον συνένωση των ερευνητικών υποδομών, το υπερυπολογιστικό σύστημα ARIS που είναι διαθέσιμο μέσω του ΕΔΕΤ, και οι νέες υποδομές του Ινστιτούτου Μοριακής Βιολογίας και Βιοτεχνολογίας είναι δείγματα που αποδεικνύουν ότι όταν υπάρχει προγραμματισμός, οι επενδύσεις φέρνουν αποτελέσματα. Ένα πρόβλημα που με ενδιαφέρει είναι η βιωσιμότητα: πολλές δαπανηρές εγκαταστάσεις δεν συνοδεύονται από εγγυημένη χρηματοδότηση για τρέχουσες δαπάνες και εξειδικευμένους εργαζόμενους, με συνέπεια να μένουν ανεκμετάλλευτες.
Πέραν του τον εξοπλισμό, οι ερευνητικοί σχηματισμοί και τα clusters κερδίζουν στρατηγική σημασία. Στην περιοχή της Αθήνας, το Επιστημονικό Πάρκο “Λεύκιππος” του Δημόκριτου φιλοξενεί δεκάδες νεοσύστατες εταιρείες που στηρίζονται στην επιστήμη, ενώ το Thess INTEC στη Θεσσαλονίκη προσελκύει επενδύσεις στον τομέα της τεχνολογίας. Ωστόσο, η εμπειρία μου φανερώνει ότι οι συνέργειες ανάμεσα σε διαφορετικούς φορείς δεν προκύπτουν αυθόρμητα· χρειάζονται επαγγελματική διαχείριση καινοτομίας και γραφεία μεταφοράς τεχνολογίας με επαρκές προσωπικό, κάτι που σε πολλά ιδρύματα παραμένει ζητούμενο. Η ενδυνάμωση αυτών των δομών είναι προϋπόθεση για να γίνουν οι υποδομές κινητήρια δύναμη.
Οι προκλήσεις και η ερχόμενη ημέρα
Κάθε αμερόληπτη ανάλυση οφείλει να παραδεχθεί τις δυσκολίες. Η φυγή επιστημόνων στο εξωτερικό, αν και έχει μετριαστεί, δεν έχει αντιστραφεί. Πολλοί από τους πιο ταλαντούχους ερευνητές που γνώριζα στα ελληνικά αμφιθέατρα εργάζονται σήμερα σε πανεπιστήμια του Μονάχου, του Λονδίνου ή της Βοστώνης. Το πρόβλημα δεν είναι μόνο αποδοχών· συνδέεται με την προβλεψιμότητα της καριέρας, τον διαχειριστικό όγκο και την ανυπαρξία ενός σαφούς οδικού χάρτη σταδιοδρομίας μετά το μεταδιδακτορικό. Όσες πρωτοβουλίες, όπως οι θέσεις “Ερευνητή Γέφυρα” του ΕΛΙΔΕΚ, έχουν γίνει, είναι ενθαρρυντικά βήματα αλλά δεν επαρκούν για να γεφυρώσουν το κενό.
Από την άλλη, βλέπω σημάδια αλλαγής που γεννούν αισιοδοξία. Ο ψηφιακός μετασχηματισμός του κράτους ελαττώνει σταδιακά τη γραφειοκρατία στις ερευνητικές προτάσεις, κάνοντας τη διαδικασία υποβολής πιο εύκολη. Επιπλέον, η ενεργότερη εμπλοκή της διασποράς μέσα από δίκτυα σαν το Reload Greece δημιουργεί κανάλια γνώσης και χρηματοδότησης που δεν υφίσταντο μια δεκαετία πριν. Πιστεύω ότι το σημαντικό τεστ για το ελληνικό οικοσύστημα τα επόμενα χρόνια θα είναι η δυνατότητά του να συγκρατήσει τους νέους ερευνητές που τώρα είναι στη φάση του διδακτορικού και του πρώτου μεταδιδακτορικού. Αν καταφέρουν να δουν έναν ορίζοντα τριών έως πέντε ετών με διαρκή απασχόληση και αναπτυσσόμενες ευθύνες, το εγχείρημα της επιστροφής θα γίνει πολύ πιο δελεαστικό.
Κλείνοντας αυτή την επισκόπηση, θέλω να εκφράσω μια πίστη που αναπτύχθηκε από την πολυετή παρατήρηση του χώρου: η ελληνική έρευνα διαθέτει το ανθρώπινο κεφάλαιο και την τεχνική βάση για να πρωταγωνιστήσει σε εξειδικευμένους κλάδους, αλλά προϋποθέτει συστημικό αλτρουισμό. Οι επί μέρους επιτυχίες μεμονωμένων ομάδων πρέπει να γίνουν συστημική μνήμη και όχι παροδικές ιστορίες. Αυτό υποδηλώνει πρακτικά να απαιτήσουμε ανοιχτά δεδομένα, αξιοκρατικές διαδικασίες και διαρκή επένδυση σε ανθρώπους. Αν αυτό το πλαίσιο ενισχυθεί, τότε οι τάσεις που σημείωσα δεν θα μείνουν απλές υποσχέσεις, αλλά θα εξασφαλίσουν στη χώρα μια μόνιμη θέση στον παγκόσμιο επιστημονικό χάρτη. Το επόμενο βήμα για κάθε ενδιαφερόμενο είναι να ψάξει τις πραγματικές ευκαιρίες που είναι διαθέσιμες τώρα, είτε αυτές εντοπίζονται σε μια ανοιχτή πρόσκληση του ΕΛΙΔΕΚ, είτε σε ένα ερευνητικό δίκτυο που αναμένει νέα μέλη.